Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου : Ώρα μηδέν!

Το  Γενικό Νοσοκομείο  Ρεθύμνου είναι  το μοναδικό νοσηλευτικό ίδρυμα που εξυπηρετεί  τους 80 χιλιάδες κατοίκους του Νομού μας. Εφημερεύει κάθε μέρα και λόγω του τουρισμού και του Καρναβαλιού τον μισό χρόνο επιβαρύνεται σημαντικά και η δουλειά διπλασιάζεται. Επιπλέον δεν υπάρχει στον Νομό μας καμία ιδιωτική δομή περίθαλψης.

Το Νοσοκομείο Ρεθύμνου  λειτουργεί με σοβαρές ελλείψεις, κάτι που ήταν γνωστό και πριν το ξέσπασμα της επιδημίας του κορωνοϊού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην παροχή υπηρεσιών υγείας, αλλά και στις συνθήκες εργασίας του προσωπικού. Είναι γνωστό σε όλους τους Ρεθεμνιώτες πως πρόσφατα είχε κλείσει η ουρολογική κλινική, ενώ και η παθολογική είχε οδηγηθεί σε αναστολή της λειτουργίας της το Δεκέμβριο του 2019, λόγω έλλειψης γιατρών.

Τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης, το δημόσιο σύστημα Υγείας υπέστη δύο σοβαρά πλήγματα όσον αφορά στη στελέχωση σε ιατρικό δυναμικό. Πρώτον πέρασε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα περίπου 5 χρόνια που λόγω μνημονίων δεν έγινε καμία πρόσληψη μόνιμου προσωπικού. Δεύτερον και χειρότερο, ένα μεγάλο μέρος των νέων γιατρών, κυρίως λόγω της έλλειψης προοπτικής και των κακών μισθών, έφυγε στο εξωτερικό. Τα νοσοκομεία κόντεψαν να καταρρεύσουν εφόσον ήταν ήδη υποστελεχωμένα. Όσοι έπαιρναν σύνταξη δεν αντικαθίσταντο και οι ειδικευόμενοι ήταν όλο και λιγότεροι.

Έτσι σήμερα σύμφωνα και με το ανεπαρκέστατο οργανόγραμμα του Νοσοκομείου ενώ προβλέπονται 91 θέσεις ειδικευμένων γιατρών έχουν καλυφθεί μόλις οι 60 θέσεις και οι 31, (δηλαδή το 34%), είναι κενές . Ορισμένες μάλιστα από αυτές αφορούν κρίσιμες ειδικότητες στην αντιμετώπιση του κορωνοϊού.  Από τις 6 θέσεις παθολόγων έχουν καλυφθεί μόνο οι μισές και το ίδιο ισχύει για τους χειρουργούς. Για τους πνευμονολόγους έχουν καλυφθεί οι 3 από τις 4 θέσεις και αναισθησιολόγοι υπηρετούν 2 από τους 5 που προβλέπονται. Ένα μικρό μέρος αυτών των ελλείψεων στην κυριολεξία  αντιμετωπίζεται με ανακύκλωση του προσωπικού, με συμβασιούχους – επικουρικούς γιατρούς, προσωπικό που αφενός δεν επαρκεί και αφετέρου φεύγει πριν προλάβει καλά – καλά να εκπαιδευτεί.

Χειρότερη είναι η κατάσταση με τους ειδικευόμενους γιατρούς. Από τις 56 θέσεις που προβλέπονται, είναι κενές οι 38 (δηλαδή το 68 %). Παθολόγοι λείπουν 5 από τους 10, χειρουργοί λείπουν 5 από τους 7, γενικής ιατρικής λείπουν 10 από τους 11, ενώ δεν έχει καλυφτεί ούτε μία θέση αναισθησιολόγου και καρδιολόγου. Για την αντιμετώπιση αυτής της δύσκολης κατάστασης, είναι προφανές ότι δεν αποτελεί λύση η τακτική της μετακίνησης γιατρών από τη μία δημόσια δομή Υγείας στην άλλη, την οποία υιοθέτησε η 7η ΔΗΠΕ, μεταφέροντας 8 αγροτικούς γιατρούς στο νοσοκομείο, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της  ήδη αποψιλωμένης πρωτοβάθμιας φροντίδας περίθαλψης.

Σε αυτές τις συνθήκες, οι εργαζόμενοι στο νοσοκομείο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις από τις τεράστιες ελλείψεις, αξιοποίησαν κάθε δυνατότητα για να προετοιμαστούν για την πανδημία. Αναδιάταξαν και διαμόρφωσαν το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) για να αποφεύγεται ο συγχρωτισμός των ύποπτων κρουσμάτων με τους άλλους ασθενείς. Μετέφεραν την παιδιατρική κλινική σε θαλάμους του χειρουργικού και στη θέση της διαμόρφωσαν κλινική ειδικά για κρούσματα του κορωνοϊού. Ενδεικτικό των ελλείψεων και της αγωνίας του προσωπικού είναι το γεγονός ότι πρόσφατα οι εργαζόμενοι απευθύνθηκαν με δημόσια έκκληση στον λαό της περιοχής για να συγκεντρώσουν αναγκαία μέσα για το νοσοκομείο.

Είναι φανερό ότι τα περιορισμένα και ανεπαρκή μέτρα της κυβέρνησης δεν αντιμετωπίζουν τις ελλείψεις του δημόσιου συστήματος υγείας – που ήταν γνωστές και πριν την πανδημία – και σε καμία περίπτωση δεν καλύπτουν  τις σύγχρονες ανάγκες του λαού και τις πραγματικές ανάγκες από την εξέλιξη της πανδημίας. Η ατομική ευθύνη, την οποία μονίμως επικαλείται η κυβέρνηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συλλογική ευθύνη του κράτους, αλλά ούτε και να κρύψει τον αληθινό εχθρό, που είναι η  αντιλαϊκή πολιτική που ακολουθήθηκε όλα τα περασμένα χρόνια από τις ελληνικές κυβερνήσεις στον τομέα της υγείας και η οποία έχει ως συνέπεια σήμερα τις τεράστιες ελλείψεις στο δημόσιο σύστημα Υγείας και στο νομό Ρεθύμνου.

Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη :

  1. Να αυξηθεί σημαντικά η χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό για τις ανάγκες λειτουργίας του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου και ιδιαίτερα σε συνθήκες πανδημίας.
  2. Να γίνουν οι αναγκαίες προσλήψεις μόνιμου ιατρικού και λοιπού προσωπικού με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, με επείγουσες διαδικασίες, για την κάλυψη όλων των κενών του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου, ώστε να καλύπτονται πλήρως οι σύγχρονες, πραγματικές ανάγκες των κατοίκων της περιοχής .
  3. Να στελεχωθούν όλες οι δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) στον Νομό Ρεθύμνου, ώστε να αποσυμφορηθεί το νοσοκομείο και να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού.
  4. Να ληφθούν μέτρα στήριξης του ιατρικού προσωπικού του Νοσοκομείου από την τοπική αυτοδιοίκηση, όπως βοήθεια στην εξεύρεση στέγης ,στήριξη αιτήματος ιατρών για προκήρυξη των «άγονων» θέσεων με αυξημένα κίνητρα κλπ.
  5. Να ανοίξουν όλες οι  κλίνες ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου, με τον απαραίτητο  εξοπλισμό και με πρόσληψη – εκπαίδευση του αναγκαίου προσωπικού για τη λειτουργία τους  και τέλος
  6. Η προάσπιση του Δημόσιου χαρακτήρα στο ΕΣΥ για δωρεάν, ποιοτική υγεία για όλους.

Επιπλέον η δημοτική μας παράταξη προτείνει:

1) Με πρωτοβουλία του Δήμου Ρεθύμνου να ανοιχθεί ένας τραπεζικός λογαριασμός για την οικονομική ενίσχυση του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, όπου με την συνδρομή των πολιτών, των φορέων και των επιχειρήσεων να συγκεντρωθεί ένα χρηματικό ποσό  που θα δοθεί ως δωρεά προς το Νοσοκομείο, για την κάλυψη των αυξημένων αυτή την περίοδο αναγκών του,

2) Την δημιουργία μίας Επιτροπής στον Δήμο με την συμμετοχή όλων των δημοτικών παρατάξεων που θα ασχολείται με τα προβλήματα του Νοσοκομείου και θα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του Δήμου και του Νοσοκομείου ,και

3) Όπως έγινε σε πολλούς δήμους της χώρας μας ,να καταθέσουν ο Δήμαρχος και οι αντιδήμαρχοι τους μισθούς δύο μηνών σε τραπεζικό λογαριασμό του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου για την κάλυψη δαπανών που αφορούν την αντιμετώπιση της επιδημίας του κορωνοϊού.

Γιατί σε αυτές τις δύσκολες ώρες όχι μόνο η κεντρική κυβέρνηση αλλά κυρίως και η τοπική αυτοδιοίκηση οφείλει να δείχνει έμπρακτα την αλληλεγγύη της στην τοπική κοινωνία.

Βουρβαχάκης Σταύρος                                                                   Οικονομολόγος- Δημοτικός Σύμβουλος Ρεθύμνου                               Επικεφαλής «ΡΕΘΥΜΝΟ – ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ»